Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «ΔΔ:Πειθαρχικός Έλεγχος ένστολου προσωπικού Ελληνικής Αστυνομίας που συνιστά πειθαρχική δίωξη (Ένορκη Διοικητική Εξέταση αρ. 26)»

Από Εθνικό Μητρώο Διοικητικών Διαδικασιών
Μετάβαση σε:πλοήγηση, αναζήτηση
μ (Διόρθωση κενού/νεκρού process_rule_url με νέο API ΕΤ v19.37 run_id=20260730_112931)
μ (Διόρθωση κενού/νεκρού process_rule_url με νέο API ΕΤ v19.37 run_id=20260730_112931)
 
Γραμμή 131: Γραμμή 131:
 
|process_rule_gazette_doc_number=216
 
|process_rule_gazette_doc_number=216
 
|process_rule_gazette_doc_issue=Α
 
|process_rule_gazette_doc_issue=Α
|process_rule_url=https://www.et.gr/api/DownloadFeksApi/?fek_pdf=20190100216
+
|process_rule_url=https://api.et.gr/apiFEK/1/2019/216/pdf
 
}}
 
}}
 
{{process rules
 
{{process rules

Τελευταία αναθεώρηση της 12:18, 30 Ιουλίου 2026



bbc53ad7-1ab0-49ee-a548-aa72628af5a2 537149

Με μια ματιά

Υπεύθυνη οργανική μονάδα για την εκκίνηση της διαδικασίας

Διευθύνσεις Αστυνομίας Χώρας, Διεύθυνση Ενστόλου Προσωπικού, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ

Ψηφιακά σημεία παροχής

  • Δεν παρέχεται ψηφιακά

Αριθμός δικαιολογητικών

Δεν απαιτούνται

Κόστος

Παρέχεται χωρίς κόστος

Προθεσμία διεκπεραίωσης

10 μήνες

Περιγραφή

H διαδικασία αφορά στην άσκηση πειθαρχικού ελέγχου για κάθε υπαίτια και καταλογιστή παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος με πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) ακόμη και αν αυτή τελέσθηκε εκτός του εδάφους της επικράτειας και απευθύνεται στο ένστολο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας.

Βασικές πληροφορίες

Θεσμικός φορέας

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Εποπτευόμενος ή θεσμικός φορέας ως σημείο εξυπηρέτησης

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ

Υπηρεσία / οργανική μονάδα εποπτευόμενου φορέα

Διεύθυνση Ενστόλου Προσωπικού

Παρατηρήσεις

Το υπηρεσιακό καθήκον προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αστυνομικό από τις διατάξεις του Συντάγματος, των νόμων, των κανονισμών του Σώματος, των διαταγών της Υπηρεσίας καθώς και από τη συμπεριφορά, που πρέπει να τηρεί ο αστυνομικός εντός και εκτός υπηρεσίας λόγω της ιδιότητάς του.

Άρθρο 21 του π.δ. 120/2008 :

Η δίωξη των πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των αρμοδίων γι’ αυτή πειθαρχικών οργάνων και ενεργείται αυτεπάγγελτα με βάση τα στοιχεία που με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο περιέρχονται σ’ αυτά.

Η πειθαρχική δίωξη ασκείται: α) Με απευθείας κλήση προς απολογία, αν πρόκειται για πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει κατώτερη πειθαρχική ποινή και β) Με την έκδοση διαταγής για διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης (Ε.Δ.Ε.), αν πρόκειται για πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή.

Για ελαφρά παραπτώματα, τα οποία προδήλως επισύρουν ποινή επίπληξης, ο αρμόδιος για την άσκηση της δίωξης, εκτιμώντας την εν γένει εντός και εκτός υπηρεσίας διαγωγή του αστυνομικού, μπορεί να θέσει την υπόθεση στο αρχείο με αιτιολογημένη απόφασή του. Στην περίπτωση που ο αρμόδιος να θέσει την υπόθεση στο αρχείο φέρει βαθμό κατώτερο του Αστυνομικού Διευθυντή, αυτός υποβάλει την υπόθεση στο Διευθυντή της Προϊσταμένης Διεύθυνσης ή εξομοιούμενης μ΄ αυτήν Υπηρεσίας, ο οποίος αποφασίζει τελεσίδικα για την έγκριση ή μη της αρχειοθέτησης. Οι προθεσμίες υλοποίησης των βημάτων είναι ενδεικτικές εκτός των ρητά αναφερομένων στις διατάξεις των αντίστοιχων άρθρων του π. δ/τος.


Σε βάρος των εγκαλουμένων αστυνομικών δύναται να επιβληθούν και ανάλογα διοικητικά μέτρα, ως αυτά αναφέρονται κατωτέρω :

Άρθρο 15 του π.δ. 120/2008 : Διαθεσιμότητα.

Αρμόδιοι για τη λήψη του διοικητικού μέτρου της διαθεσιμότητας, είναι: α) Ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη για τους Αντιστρατήγους. β) Ο Υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη για τους Υποστράτηγους και Ταξιάρχους. γ) Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας για τους Αστυνομικούς Διευθυντές. δ) Ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας για τους λοιπούς Αξιωματικούς και ε) Ο Προϊστάμενος του Επιτελείου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας για τους λοιπούς αστυνομικούς.

Σε διαθεσιμότητα μπορεί να τίθενται οι αστυνομικοί, όταν ασκείται σε βάρος τους ποινική δίωξη για ποινικό αδίκημα για το οποίο απειλείται ποινή κάθειρξης ή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή διατάσσεται σε βάρος τους Ε.Δ.Ε., για πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο απειλείται ανώτερη πειθαρχική ποινή. Η διάρκεια της διαθεσιμότητας δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, εκτός αν πρόκειται για πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο απειλείται η ποινή της απόταξης οπότε μπορεί να διαρκέσει μέχρι είκοσι τέσσερις (24) μήνες. Η διαθεσιμότητα μπορεί να λήξει και πριν την συμπλήρωση των παραπάνω χρονικών ορίων, με πράξη του οργάνου που την αποφάσισε, εκτός αν επιβλήθηκε με τελεσίδικη διοικητική πράξη πειθαρχική ποινή, οπότε λήγει με την έναρξη εκτέλεσής της.

Σε διαθεσιμότητα τίθενται υποχρεωτικά οι αστυνομικοί για όλο το χρονικό διάστημα που εκτίουν στερητική της ελευθερίας ποινή ή τελούν σε προσωρινή κράτηση. Σε περίπτωση αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους δεν διακόπτεται η διαθεσιμότητα. Η διάρκεια της υποχρεωτικής δεν υπολογίζεται στη διάρκεια της δυνητικής διαθεσιμότητας.

Σε διαθεσιμότητα τίθενται υποχρεωτικά και οι αστυνομικοί στους οποίους επιβλήθηκε ποινή απόταξης και διαγράφηκαν από τη δύναμη του Σώματος, σε περίπτωση που η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε η ποινή αυτή ακυρώθηκε από διοικητικό δικαστήριο. Η διαθεσιμότητα αυτή διαρκεί μέχρι να αποφανθεί για την υπόθεση το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο, που επιλαμβάνεται μετά την ακυρωτική απόφαση και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα (1) έτος.

5. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 54 του π.δ. 120/2008 (Η έκτιση της ποινής των αργιών μπορεί να συντρέχει με αναρρωτική άδεια ή οποιαδήποτε άλλη αποχή από τα καθήκοντα για λόγους υγείας, ανεξάρτητα αν οι καταστάσεις αυτές προκύψουν πριν ή μετά την έναρξη έκτισης της αργίας. Στις περιπτώσεις αυτές ο αστυνομικός θεωρείται ότι τελεί σε κατάσταση αναρρωτικής άδειας ή αποχής από τα καθήκοντα για λόγους υγείας, υφίσταται όμως και τις συνέπειες της αργίας.) έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση της διαθεσιμότητας.

Η θέση του αστυνομικού σε διαθεσιμότητα δεν κωλύει την εκ νέου θέση αυτού στην ίδια κατάσταση για άλλο πειθαρχικό παράπτωμα ή ποινικό αδίκημα. Στην περίπτωση όμως αυτή η νέα διαθεσιμότητα αρχίζει μετά τη λήξη της πρώτης.

Σε περίπτωση επιβολής ποινής αργίας για άλλο πειθαρχικό παράπτωμα, κατά το χρόνο που ο αστυνομικός τελεί σε διαθεσιμότητα, αναστέλλεται η κατάσταση της διαθεσιμότητας από την έναρξη έκτισης της ποινής και συνεχίζεται μετά την έκτιση της.

Οι τελούντες σε κατάσταση διαθεσιμότητας:

α) Δεν εκτελούν υπηρεσία από την επίδοση σ΄ αυτούς της σχετικής απόφασης αλλά υποχρεούνται, εφόσον κλητεύονται, να εμφανίζονται για εξέταση ενώπιον των αρμοδίων δικαστικών και ανακριτικών αρχών, οπότε έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εν ενεργεία συναδέλφων τους, χωρίς να διακόπτεται η κατάσταση στην οποία τελούν. β) Δεν επιτρέπεται να φέρουν τη στολή ούτε να απομακρύνονται από την έδρα της Υπηρεσίας τους χωρίς την έγκριση, κατά περίπτωση, των αρμοδίων οργάνων. γ) Υπόκεινται στις διατάξεις περί πειθαρχίας όπως και οι εν ενεργεία αστυνομικοί και δ) Υποχρεούνται να παραδίδουν τον ατομικό οπλισμό και το υπηρεσιακό δελτίο ταυτότητας, οπότε εφοδιάζονται με σχετική βεβαίωση της Υπηρεσίας, που φέρει φωτογραφία με πολιτική περιβολή και τα στοιχεία της ταυτότητάς τους.

Ο χρόνος της διαθεσιμότητας, που διανύθηκε για πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο επακολούθησε η επιβολή της ποινής της απόταξης και εκείνος που διανύθηκε λόγω έκτισης στερητικής της ελευθερίας ποινής ή προσωρινής κράτησης, δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Σε περίπτωση επιβολής ποινής αργίας, ο χρόνος διαθεσιμότητας λογίζεται ως χρόνος έκτισης της ποινής αυτής. Αν επιβλήθηκε κατώτερη πειθαρχική ποινή ή δεν επιβλήθηκε ποινή, ο χρόνος της διαθεσιμότητας λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και αίρονται οι συνέπειες αυτής.

Άρθρο 16 του π.δ. 120/2008 : Προσωρινή μετακίνηση.

Σε περίπτωση που σε βάρος αστυνομικού διατάσσεται Ε.Δ.Ε. για πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή, μπορεί να διαταχθεί η προσωρινή μετακίνηση αυτού σε άλλη Υπηρεσία για όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η εξέταση, αν η μετακίνηση αυτή κρίνεται αναγκαία για την καλύτερη διεξαγωγή της διοικητικής εξέτασης ή για το συμφέρον της υπηρεσίας.

Αρμόδιος για μεν τη λήψη του μέτρου είναι αυτός που διέταξε την Ε.Δ.Ε. ή οποιοσδήποτε ιεραρχικά προϊστάμενός του για δε τη λήξη, αυτός που αποφασίζει για την Ε.Δ.Ε.


Άρθρο 17 του π.δ. 120/2008 : Θέση εκτός υπηρεσίας.

Σε περίπτωση, κατά την οποία λόγω απείθειας ή μέθης ή αντικανονικού της στολής κρίνεται ότι ο αστυνομικός δεν μπορεί να εκτελέσει υπηρεσία, επιβάλλεται σ΄ αυτόν το διοικητικό μέτρο της θέσης εκτός υπηρεσίας μέχρι ένα 8ωρο.

Το μέτρο αυτό επιβάλλεται από τους αρμόδιους για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης και από τον εκτελούντα καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας βαθμοφόρο, είναι δε ανεξάρτητο από τις πειθαρχικές κυρώσεις, που προβλέπονται για το συγκεκριμένο πειθαρχικό παράπτωμα.

Ο αρμόδιος για τον έλεγχο της πειθαρχικής ποινής, που επιβάλλεται για το παράπτωμα συνεπεία του οποίου ο αστυνομικός τέθηκε εκτός υπηρεσίας, αποφαίνεται και για την επικύρωση ή μη του μέτρου αυτού. Σε περίπτωση επικύρωσης του μέτρου ο αστυνομικός στερείται των ανάλογων αποδοχών, ανεξάρτητα από την επιβολή ή όχι πειθαρχικής ποινής.

Τελευταία ενημέρωση

30/07/2026

Αίτηση

Τύπος αίτησης

Έγγραφο δημόσιας υπηρεσίας/δημόσιου φορέα

Κατάθεση

Αυτεπάγγελτη (χειροκίνητα)

Κατατίθεται από

Δημόσιους υπαλλήλους, Νομικά πρόσωπα, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, Φορείς του Δημοσίου, Φυσικά πρόσωπα

Τίτλος

Πειθαρχικός έλεγχος ένστολου προσωπικού Ελληνικής Αστυνομίας ο οποίος συνιστά πειθαρχική δίωξη (Ένορκη Διοικητική Εξέταση αρ. 26)


Τι θα χρειαστείτε

    Εκτύπωση

    Προϋποθέσεις

      Κόστος

        Σχετικά

        Έννομα μέσα προστασίας ή έφεσης:

        Ενδικοφανής Προσφυγή

        Κανόνες για την έλλειψη απάντησης από την αρμόδια αρχή και νομικές συνέπειες για τους χρήστες:

        Άλλο

        Από την αρμόδια Υπηρεσία εκδίδεται σε κάθε περίπτωση απάντηση προς τον εγκαλούμενο.

        Εξερχόμενα

        Εξερχόμενα

        Απόφαση, Διοικητική πράξη, Παραγωγή εγγράφου

        Βήματα

          Ψηφιακά βήματα

            Άλλες πληροφορίες

            Εναλλακτικοί τίτλοι

            Πειθαρχική δίωξη αστυνομικού

            Επίσημος τίτλος

            Πειθαρχικός Έλεγχος ενστόλου προσωπικου Ελληνικής Αστυνομίας που συνιστά πειθαραχική δίωξη (Ένορκη Διοικητική Εξέταση αρ. 26)

            Γλώσσες παροχής

            Ελληνικά

            Μητρώα που τηρούνται

            Γενικό Μητρώο Σώματος

            Νομοθεσία

              Κατηγορίες

              Έναυσμα

              Αυτεπάγγελτη

              Τρόπος υποβολής

              Έγγραφο δημόσιας υπηρεσίας/δημόσιου φορέα

              Τύπος

              Εσωστρεφής

              Λήξη Διαδικασίας

              Αόριστη

              ,,,,,


            • 1 Επαγγελματικές Ο/Η κατά του/της οποίου/ας στρέφεται ο πειθαρχικός έλεγχος πρέπει να ανήκει στο αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας (αστυνομικό προσωπικό, ειδικοί φρουροί, συνοριακοί φύλακες, Σ.Φ.Ο.Χ. και δοκίμους των Σχολών της Ελληνικής Αστυνομίας)

              Όχι Όχι

            • Νόμος 5187 2025 48 Α

              Περιγραφή Αναδιοργάνωση της δομής της Ελληνικής Αστυνομίας και αναβάθμιση της εκπαίδευσης του ένστολου προσωπικού της - Εκσυγχρονισμός του θεσμού της ηλεκτρονικής επιτήρησης υπόδικων, κατάδικων και κρατούμενων σε άδεια - Ρύθμιση θεμάτων κρατούμενων σε σωφρονιστικά καταστήματα και άλλες διατάξεις

              Νομικές παραπομπές https://search.et.gr/el/fek/?fekId=779138

            • Προεδρικό Διάταγμα 61 2024 174 Α

              Περιγραφή Τροποποίηση διατάξεων του π.δ. 120/2008 «Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού» (Α΄ 182).

              Νομικές παραπομπές https://api.et.gr/apiFEK/1/2024/174/pdf

            • Προεδρικό Διάταγμα 111 2019 216 Α

              Περιγραφή Ρύθμιση θεμάτων αστυνομικού προσωπικού και οργάνωσης Υπηρεσιών Ελληνικής Αστυνομίας

              Νομικές παραπομπές https://api.et.gr/apiFEK/1/2019/216/pdf

            • Προεδρικό Διάταγμα 120 2008 182 Α

              Περιγραφή Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού

              Νομικές παραπομπές https://api.et.gr/apiLAW/2/2008/120/pdf

            • Νόμος 2800 2000 41 Α

              Περιγραφή Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις

              Νομικές παραπομπές https://api.et.gr/apiFEK/1/2000/41/pdf

            • 1 Έκδοση Διαταγής διενέργειας Ε.Δ.Ε.

              Αρμόδιος διεκπεραίωσης Αρμόδια Διεύθυνση

              Τρόπος Υλοποίησης Υπογραφή

              Περιγραφή Η πειθαρχική δίωξη ασκείται και με την έκδοση διαταγής για διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης (Ε.Δ.Ε.), αν πρόκειται για πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή.

              Σημειώσεις Αρμόδιοι για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης με την έκδοση διαταγής προς διενέργεια Ε.Δ.Ε., είναι ο Υπουργός και ο Υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη, ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Τάξης, ο Αρχηγός και ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, ο Προϊστάμενος Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, οι Γενικοί Επιθεωρητές Αστυνομίας Βορείου και Νοτίου Ελλάδος και οι Προϊστάμενοι των Κλάδων για όλο το αστυνομικό προσωπικό, ο Διευθυντής της Αστυνομικής Ακαδημίας, ο Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας Επισήμων και Ευπαθών Στόχων, οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές, οι Γενικοί Περιφερειακοί Αστυνομικοί Διευθυντές και όλοι οι Αξιωματικοί με τον βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή και άνω, προϊστάμενοι Υπηρεσιών τουλάχιστον επιπέδου Διεύθυνσης, για το υφιστάμενο προσωπικό τους. Σε περίπτωση που ασκηθεί πειθαρχική δίωξη από περισσότερους συναρμοδίους για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, κατισχύει η του ιεραρχικά ανωτέρου, στον οποίο υποβάλλονται οι διενεργηθείσες πράξεις, οι οποίες παραμένουν έγκυρες. Η Ε.Δ.Ε. διατάσσεται πάντοτε από αξιωματικό ανώτερο του διωκομένου. Οι πειθαρχικές ποινές, που επιβάλλονται στους αστυνομικούς και καταχωρίζονται στα ατομικά τους έγγραφα, είναι: α) Απόταξη, β) Αργία με απόλυση διάρκειας δύο (2) έως έξι (6) μήνες, γ) Αργία με πρόσκαιρη παύση διάρκειας δεκαπέντε (15) ημερών έως τεσσάρων (4) μηνών, δ) Πρόστιμο μέχρι τρεις (3) μηνιαίους βασικούς μισθούς του τιμωρουμένου, ε) Επίπληξη. Η απόταξη και οι αργίες είναι ανώτερες το δε πρόστιμο και η επίπληξη κατώτερες πειθαρχικές ποινές. Παραπτώματα που επισύρουν ποινή απόταξης Τα πειθαρχικά παραπτώματα, που επισύρουν την ποινή απόταξης, είναι τα κατωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα: α) Πράξεις που υποδηλώνουν έλλειψη πίστης, σεβασμού και αφοσίωσης στο Σύνταγμα και στο Δημοκρατικό Πολίτευμα της Χώρας, β) Πράξεις που υπονομεύουν άμεσα ή έμμεσα την έννομη τάξη, γ) Πράξεις που συνιστούν βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά την έννοια του άρθρου 137 Α του Π.Κ., δ) Η συμμετοχή σε κάθε μορφής απεργία, ε) Η απείθεια ή η άρνηση εκτέλεσης διαταγής ανώτερου, που αναφέρεται σε υπηρεσιακό καθήκον, στ) Παραβίαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας, που σχετίζεται με εθνικά θέματα ή τη διαρροή απορρήτων και άκρως απορρήτων εγγράφων της Υπηρεσίας, ζ) Η κατά τρόπον αναξιοπρεπή χρησιμοποίηση της αστυνομικής ιδιότητας για την προς όφελος του ιδίου ή τρίτων σύναψη χρεών, τα οποία δεν εξοφλήθηκαν εγκαίρως, η) Η τέλεση, η με οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχή ή η απόπειρα τέλεσης κακουργημάτων ή πλημμελημάτων, που διαπράχθηκαν με δόλο και προβλέπονται στις διατάξεις για τα αδικήματα του/της/των: αξιόποινης υποστήριξης (άρθρο 187Β Π.Κ.), απάτης (άρθρο 386 Π.Κ.), απάτης με υπολογιστή (άρθρο 386Α Π.Κ.), απείθειας (άρθρο 169 Π.Κ.), απιστίας (άρθρο 390 Π.Κ.), αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος (άρθρο 394 Π.Κ.), βασανιστηρίων (άρθρο 137Α Π.Κ.), βίας κατά υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων (άρθρο 167 Π.Κ.), γενετήσιας πράξης με ανήλικο έναντι αμοιβής (άρθρο 351Α Π.Κ.), γενετήσιων πράξεων με ανηλίκους ή ενώπιόν τους (άρθρο 339 Π.Κ.), διευκόλυνσης προσβολών της ανηλικότητας (άρθρο 348 Π.Κ.), δωροδοκίας υπαλλήλου (άρθρο 236 Π.Κ.), δωροληψίας υπαλλήλου (άρθρο 235 Π.Κ.), εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 Π.Κ.), εγκλημάτων κατά της ασφάλειας των τηλεφωνικών επικοινωνιών (άρθρο 292Α Π.Κ.), εκβίασης (άρθρο 385 Π.Κ.), έκθεσης (άρθρο 306 Π.Κ.), έκρηξης (άρθρο 270 Π.Κ.), ελευθέρωσης φυλακισμένου (άρθρο 172 Π.Κ.), εμπορίας ανθρώπων (άρθρο 323Α Π.Κ.), εμπορίας επιρροής - μεσάζοντες (άρθρο 237Α Π.Κ.), εμπρησμού (άρθρο 264 Π.Κ.), κατασκευής και κατοχής εκρηκτικών και εμπρηστικών υλών (άρθρο 272 Π.Κ.), κατασκοπίας (άρθρο 148 Π.Κ.), κατάχρησης ανηλίκων (άρθρο 342 Π.Κ.), κατάχρησης εξουσίας (άρθρο 239 Π.Κ.), κατάχρησης σε γενετήσια πράξη (άρθρο 343 Π.Κ.), κλοπής (άρθρο 372 Π.Κ.), κοινώς επικίνδυνης βλάβης (άρθρο 273 Π.Κ.), κυκλοφορίας πλαστών νομισμάτων και άλλων μέσων πληρωμής (άρθρο 208 Π.Κ.), μαστροπείας (άρθρο 349 Π.Κ.), παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), παραβίασης απορρήτου εγγράφων (άρθρο 370 Π.Κ.), παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας (άρθρο 370Α Π.Κ.), παρακώλυσης λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων (άρθρα 292Β-292Γ Π.Κ.), παρακώλυσης συναγωνισμού (άρθρο 395 Π.Κ.), παράνομης βίας (άρθρο 330 Π.Κ.), παράνομης κατακράτησης (άρθρο 325 Π.Κ.), παραχάραξης νομίσματος και άλλων υλικών μέσων πληρωμής (άρθρο 207 Π.Κ.), πλαστογραφίας (άρθρο 216 Π.Κ.), πλαστογραφίας πιστοποιητικών (άρθρο 217 Π.Κ.), πλημμύρας (άρθρο 268 Π.Κ.), πορνογραφίας ανηλίκων (άρθρο 348Α Π.Κ.), πορνογραφικών παραστάσεων ανηλίκων (άρθρο 348Γ Π.Κ.), προσβολής γενετήσιας ευπρέπειας (άρθρο 353 Π.Κ.), προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 Π.Κ.), προσβολών του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών του κοινού (άρθρο 292Δ Π.Κ.), προσέλκυσης παιδιών για γενετήσιους λόγους (άρθρο 348Β Π.Κ.), σωματικής βλάβης αδυνάμων ατόμων (άρθρο 312 Π.Κ.), τοκογλυφίας (άρθρο 404 Π.Κ.) τρομοκρατικών πράξεων - τρομοκρατικής οργάνωσης (άρθρο 187Α Π.Κ.), υπεξαγωγής εγγράφων (άρθρο 222 Π.Κ.), υπεξαίρεσης (άρθρο 375 Π.Κ.), υπόθαλψης (άρθρο 231 Π.Κ.), υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 220 Π.Κ.), ψευδούς βεβαίωσης, νόθευσης κ.λπ. (άρθρο 242 Π.Κ.), ψευδούς κατάθεσης (άρθρο 224 Π.Κ.), ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 Π.Κ.), παραβάσεων της νομοθεσίας περί: αλλοδαπών αρχαιοτήτων ενδοοικογενειακής βίας ζωοκλοπής λαθρεμπορίας ναρκωτικών καθώς και παραβάσεων της νομοθεσίας περί όπλων και εκρηκτικών, εφόσον οι τελευταίες παραβάσεις, που δεν αναφέρονται σε άρθρα του Ποινικού Κώδικα, τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους. θ) Η από πρόθεση τέλεση κάθε εγκλήματος που στρέφεται κατ’ ανώτερου και σχετίζεται με την εκτέλεση της υπηρεσίας, ι) Η αυθαίρετη απουσία επί πέντε (5) συνεχείς ημέρες ή δέκα (10) ημέρες συνολικά σ’ ένα έτος, ια) Η χρήση ναρκωτικών ουσιών ή η ροπή στη χρήση οινοπνευματωδών ποτών, ιβ) Η χαρακτηριστικά αναξιοπρεπής ή ανάξια για αστυνομικό συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας ή συμπεριφορά που μαρτυρεί διαφθορά χαρακτήρα, ιγ) Η βαριά παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος από πρόθεση, ιδ) Η δημόσια προφορικώς ή εγγράφως άσκηση κριτικής των πράξεων της ιεραρχίας με προσβλητικές ή υποτιμητικές εκφράσεις και ιε) Η παροχή υπηρεσιών, συλλογής πληροφοριών για λογαριασμό τρίτων, φρούρησης ή φύλαξης ή προστασίας προσώπων ή πραγμάτων, καθώς και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο απασχόλησή του στα καταστήματα του άρθρου 1 του Π.Δ.180/1979 (Φ.Ε.Κ. 46 τ. Α΄). Η ποινή της απόταξης επιβάλλεται και στην περίπτωση διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει ποινή αργίας με απόλυση, εφόσον κατά την τελευταία πενταετία ο υπαίτιος έχει τελεσίδικα τιμωρηθεί είτε με την ποινή αυτή είτε με δύο (2) ποινές αργίας με πρόσκαιρη παύση. Για τα πειθαρχικά παραπτώματα της τέλεσης ή της με οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχής ή της απόπειρας τέλεσης των πλημμελημάτων, που διαπράχθηκαν με δόλο του/της/περί: απείθειας (άρθρο 169 Π.Κ.) έκθεσης (άρθρο 306 Π.Κ.) εμπρησμού (άρθρο 264 Π.Κ.) ενδοοικογενειακής βίας, κατασκευής και κατοχής εκρηκτικών και εμπρηστικών υλών (άρθρο 272 Π.Κ.) κοινώς επικίνδυνης βλάβης (άρθρο 273 Π.Κ.) κυκλοφορίας πλαστών νομισμάτων και άλλων μέσων πληρωμής (άρθρο 208 Π.Κ.) παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.) παράνομης βίας (άρθρο 330 Π.Κ.) παράνομης κατακράτησης (άρθρο 325 Π.Κ.) πλαστογραφίας (άρθρο 216 Π.Κ.) πλαστογραφίας πιστοποιητικών (άρθρο 217 Π.Κ.) πλημμύρας (άρθρο 268 Π.Κ.) προσβολής γενετήσιας ευπρέπειας (άρθρο 353 Π.Κ.) προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 Π.Κ.) σωματικής βλάβης αδυνάμων ατόμων (άρθρο 312 Π.Κ.) υπεξαγωγής εγγράφων (άρθρο 222 Π.Κ.) υπόθαλψης (άρθρο 231 Π.Κ.) υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 220 Π.Κ.) ψευδούς βεβαίωσης, νόθευσης κ.λπ. (άρθρο 242 Π.Κ.) ψευδούς κατάθεσης (άρθρο 224 Π.Κ.) ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 Π.Κ.) που προβλέπονται στην περ. η της παρ. 1, το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο, εκτιμώντας τη βαρύτητα του παραπτώματος και την προσωπικότητα του υπαιτίου, μπορεί να επιβάλλει, αντί της ποινής της απόταξης, την ποινή της αργίας με απόλυση. Παραπτώματα που επισύρουν ποινή αργίας με απόλυση Τα πειθαρχικά παραπτώματα, που επισύρουν την ποινή αργίας με απόλυση, είναι τα κατωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα: α) Η παραβίαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας, που μπορεί να επιφέρει βλάβη της Υπηρεσίας ή τρίτων ή να δυσχεράνει το έργο αυτής, β) Οι οποιασδήποτε μορφής δημόσιες εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων ή πολιτικών προσώπων, γ) Η δημόσια προφορικώς ή εγγράφως άσκηση κριτικής των πράξεων της Ιεραρχίας με τη χρήση ψευδών ή αβασίμων επιχειρημάτων, δ) Η μέθη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, ε) Η συμμετοχή σε παράνομα παίγνια, που διενεργούνται ιδίως σε δημόσια κέντρα ή άλλους δημόσιους χώρους και η παραμονή σ’ αυτούς τους χώρους όταν διενεργούνται παράνομα παίγνια, χωρίς να ενεργεί για την εφαρμογή του νόμου κατά των παραβατών, στ) Η από βαριά αμέλεια ελευθέρωση φυλακισμένου, ζ) Η από πρόθεση τέλεση ή η με οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχή ή η απόπειρα τέλεσης πλημμελήματος, κατά του οποίου απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εφόσον η πράξη αυτή δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου. η) Η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων από μία (1) έως τέσσερις (4) συνεχείς ημέρες ή μέχρι εννέα (9) συνολικά ημέρες σε ένα έτος, θ) Η από βαριά αμέλεια απώλεια οπλισμού και άλλων δημοσίων ειδών ή εγγράφων, ι) Κάθε πράξη που αντιβαίνει στο υπηρεσιακό καθήκον ή συνιστά σοβαρή παραμέληση αυτού ή ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του αστυνομικού διαγωγή, εφόσον δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη, ια) Η βάναυση συμπεριφορά προς ομοιόβαθμους, υφισταμένους ή πολίτες, εφόσον δεν εμπίπτει στην περίπτωση γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 10, ιβ) Η από πρόθεση μη έγκαιρη διεκπεραίωση υπηρεσιακών εγγράφων, εφόσον οδήγησε στην πρόκληση σοβαρής υπηρεσιακής ανωμαλίας ή στην παραγραφή ποινικών αδικημάτων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων, ιγ) Η παρότρυνση σε απείθεια κατά των νόμων, των κανονισμών ή των διαταγών της Υπηρεσίας, ιδ) Η παράλειψη αναφοράς πληροφορίας, που αφορά στην τέλεση εγκλήματος ή στο δράστη αυτού εφόσον δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη, ιε) Η συγκάλυψη σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων κατωτέρων ή νεότερων στο βαθμό και ιστ) Η χωρίς την καταβολή αντιτίμου αποδοχή υπηρεσιών ή τροφίμων και ποτών προς άμεση κατανάλωση, εφόσον δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη. Η ποινή της Αργίας με απόλυση επιβάλλεται και στην περίπτωση τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση, αν μέσα σε δύο (2) χρόνια ο υπαίτιος έχει τελεσίδικα τιμωρηθεί με την ποινή αυτή. Παραπτώματα που επισύρουν ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση Τα πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση είναι τα κατωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα: α) Η απώλεια υπηρεσιακών εγγράφων ή η από αμέλεια μη έγκαιρη διεκπεραίωση αυτών, εφόσον οδήγησε στην πρόκληση σοβαρής υπηρεσιακής ανωμαλίας ή στη παραγραφή ποινικών αδικημάτων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων, β) η από ελαφρά αμέλεια ελευθέρωση φυλακισμένου, γ) η εκτέλεση κατά τον χρόνο αναρρωτικής άδειας οποιασδήποτε εργασίας ή δραστηριότητας, που δεν συνάδει με την κατάσταση της υγείας του ή με τη σχετική γνωμάτευση του υπηρεσιακού γιατρού ή μπορεί να επιβραδύνει την ανάρρωσή του ή να επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του, δ) η παράβαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων της περ. στ της παρ. 1 του άρθρου 10 και της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 11 και ε) η από βαρεία αμέλεια παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος, που προκάλεσε σοβαρή υπηρεσιακή ανωμαλία ή θα μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο στην εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας.». (Η παρ. αντικ. από άρθρο 1§7 του Π.Δ. 61/2024) Η ποινή της Αργίας με πρόσκαιρη παύση επιβάλλεται και στην περίπτωση τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει ποινή προστίμου, εφόσον κατά τα τελευταία δύο (2) έτη ο υπαίτιος έχει τελεσίδικα τιμωρηθεί με ποινή προστίμου τουλάχιστον ενός Μηνιαίου Βασικού Μισθού ή με ποινές προστίμου, που σωρευτικά υπερβαίνουν τον ένα Μηνιαίο Βασικό Μισθό.

              Όχι Όχι


            • 2 Διενέργεια Έ.Δ.Ε.- συλλογή αποδεικτικού υλικού - περαίωση

              Αρμόδιος διεκπεραίωσης Αρμόδιος Υπάλληλος

              Τρόπος Υλοποίησης Υπογραφή

              Περιγραφή Η Ε.Δ.Ε., με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1του άρθρου 8 του ν. 2622/1998, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2713/1999, διενεργείται: α) Για τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας από τον Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης. β) Για τους αντιστράτηγους από τον Αρχηγό και γ) Για τους λοιπούς αστυνομικούς από αξιωματικό ανώτερο του εγκαλουμένου κατά το χρόνο της πειθαρχικής δίωξης, ο οποίος ορίζεται με τη σχετική διαταγή, εκτός αν ο διατάξας κρίνει ότι πρέπει να την ενεργήσει ο ίδιος. Η διενέργεια της Ε.Δ.Ε. κοινοποιείται στις ιεραρχικά προϊστάμενες Υπηρεσίες. Αν διαταχθεί συμπλήρωση της Ε.Δ.Ε., ανατίθεται είτε στον αξιωματικό που την ενήργησε είτε σε άλλον ανώτερο ή αρχαιότερο αυτού. Κατ’ εξαίρεση, αν ο ενεργήσας την Ε.Δ.Ε. προήχθη λόγω αποστρατείας του, η συμπλήρωση αυτής μπορεί να ανατεθεί και σε αξιωματικό που φέρει το βαθμό που κατείχε ο διενεργήσας πριν την προαγωγή του. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της Ε.Δ.Ε. ανακύψει λόγος που κωλύει ή καθιστά δυσχερή την περαίωση αυτής από τον διενεργούντα αξιωματικό, η συνέχιση της μπορεί ν΄ ανατεθεί σε νεότερο ή κατώτερο αυτού, εφόσον δεν έχει εκδοθεί κλήση σε απολογία. Με τη διαταγή διενέργειας Ε.Δ.Ε. ορίζεται και ο αξιωματικός που θα τη διενεργήσει. Κατ’ εξαίρεση στις περιπτώσεις που η Ε.Δ.Ε. διατάσσεται από τον Υπουργό και τον Υφυπουργό Εσωτερικών, το Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης, τον Αρχηγό, τους Αντιστρατήγους, τους Υποστρατήγους, τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές και τους Ταξιάρχους διευθυντές αυτοτελών υπηρεσιακών μονάδων, ο ορισμός του αξιωματικού που θα διενεργήσει την Ε.Δ.Ε. μπορεί να ανατεθεί στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας στην οποία απευθύνεται η σχετική διαταγή. Η Ε.Δ.Ε. για τα πειθαρχικά παραπτώματα που συνιστούν βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά την έννοια του άρθρου 137Α του π.κ., ανατίθεται σε αξιωματικό Διεύθυνσης ή Υπηρεσίας που εξομοιώνεται μ’ αυτή, άλλης από εκείνη στην οποία υπάγονται διοικητικά οι εγκαλούμενοι αστυνομικοί. Ομοίως, σε Αξιωματικό που δεν έχει διοικητική εξάρτηση με τους ελεγχόμενους αστυνομικούς ανατίθεται και η Ε.Δ.Ε. που αφορά στη χρήση όπλου από αστυνομικό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή αιτιάσεις για κακομεταχείριση, κακοποίηση, ρατσιστική ή άλλη ακραία συμπεριφορά σε βάρος πολιτών. Η Ε.Δ.Ε. είναι έγγραφη και μυστική. Ο εγκαλούμενος παρίσταται ο ίδιος ή με το συνήγορό του σ’ εκείνες τις ανακριτικές πράξεις που επιτρέπεται να παρίσταται κατά τις σχετικές διατάξεις του Κ. Ποιν. Δ. Η Ε.Δ.Ε. δεν μπορεί να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων πειθαρχικών παραπτωμάτων για τα οποία προέκυψαν στοιχεία κατά τη διενέργειά της χωρίς νέα διαταγή αυτού που την διέταξε, εκτός αν είχε δοθεί σχετική εξουσιοδότηση με την αρχική διαταγή. Αν δεν υπήρξε τέτοια εξουσιοδότηση, ο διενεργών την εξέταση αναφέρει σχετικά στον διατάξαντα. Στην περίπτωση που κατά τη διενέργεια της Ε.Δ.Ε. προκύψει ευθύνη αστυνομικού ανωτέρου ή αρχαιοτέρου εκείνου που τη διέταξε ή που την ενεργεί, ο ενεργών αναφέρει γι΄ αυτό στον διατάξαντα ή στον άμεσα ιεραρχικά προϊστάμενό του προκειμένου να ενεργήσουν σχετικά. Αν από την Ε.Δ.Ε. προκύψουν σαφείς ενδείξεις τέλεσης συγκεκριμένου πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο αστυνομικό, αυτός καλείται σε απολογία. Η κλήση σε απολογία είναι γραπτή και επιδίδεται πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες προ της εμφάνισής του σε απολογία. Η κλήση πρέπει να περιλαμβάνει τη διαταγή με βάσει την οποία ενεργείται η Ε.Δ.Ε. και μνεία των δικαιωμάτων του εγκαλουμένου. Στην περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι εγκαλούμενοι που απολογήθηκαν, ο ενεργών την Ε.Δ.Ε. υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγγράφως το πέρας αυτής στους εγκαλουμένους, κάνοντας μνεία ότι υπήρξαν και απολογίες άλλων. Ο καλούμενος σε απολογία δικαιούται: α) Να λάβει γνώση των σχετικών εγγράφων της πειθαρχικής δικογραφίας για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση που προσυπογράφει. β) Να ζητήσει, με γραπτή αίτηση και δαπάνη του αντίγραφα των εγγράφων της δικογραφίας, εκτός από εκείνα τα οποία από ειδικές διατάξεις χαρακτηρίζονται ως απόρρητα. Στην τελευταία περίπτωση χορηγούνται μόνο τα στοιχεία εκείνα που αφορούν την κρινόμενη υπόθεσή του. γ) Να εμφανίζει προς εξέταση ενώπιον του ενεργούντος την Ε.Δ.Ε. μέχρι τρεις (3) μάρτυρες υπεράσπισης. δ) Να παρίσταται με συνήγορο κατά την απολογία του και σε κάθε μεταγενέστερη εξέτασή του. Ο διορισμός του συνηγόρου γίνεται με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στην έκθεση απολογίας του είτε με απλή έγγραφη αναφορά που τίθεται στη δικογραφία και ε) Να λάβει γνώση των απολογιών των τυχόν λοιπών εγκαλουμένων και να υποβάλει συμπληρωματικά, άπαξ εντός 5νθημέρου, απολογητικό υπόμνημα. Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την επομένη της γνωστοποιήσεως σε αυτόν του πέρατος της εξέτασης. Σε περίπτωση που διαταχθεί συμπλήρωση της ενεργηθείσης Ε.Δ.Ε. και προκύψουν νέα στοιχεία, που είτε μεταβάλλουν επί το βαρύτερο το χαρακτηρισμό του παραπτώματος είτε συνιστούν νέο πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο υπάρχει σχετική αρμοδιότητα, ο εγκαλούμενος καλείται από τον ενεργούντα σε συμπληρωματική απολογία οπότε μπορεί να ασκήσει εκ νέου τα δικαιώματά του. Σε κάθε άλλη περίπτωση συμπλήρωσης της Ε.Δ.Ε., καλείται μόνο να λάβει γνώση των στοιχείων που προέκυψαν μεταγενέστερα οπότε μπορεί να υποβάλει συμπληρωματικό υπόμνημα. Ο ενεργών την Ε.Δ.Ε. μπορεί αν κρίνει ότι κατώτερός του έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση που ερευνά, να τον καλέσει να υποβάλει σχετική έγγραφη αναφορά χωρίς να υποχρεούται να αναφέρει επιβαρυντικά για αυτόν περιστατικά. Η Ε.Δ.Ε. ολοκληρώνεται εντός της οριζόμενης από τον διατάξαντα προθεσμίας, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί, εάν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, από τον διατάξαντα, με αιτιολογημένη απόφασή του, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες. Οι διοικητικές εξετάσεις περατούνται με τη σύνταξη πορίσματος από τον διενεργήσαντα που περιλαμβάνει ιδίως, τον τόπο και τον χρόνο σύνταξης , το βαθμό, το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα του συντάκτη, τη διαταγή και τις σχετικές διατάξεις με τις οποίες διενεργήθηκε η εξέταση, τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξειδικεύεται το περιεχόμενο αυτών εκτός αν αυτό κρίνεται αναγκαίο και το συμπέρασμα. Στο συμπέρασμα αναφέρεται η κρίση του συντάκτη για το αν διαπράχθηκε ή όχι πειθαρχικό παράπτωμα και ποιο για τις περιπτώσεις της Ε.Δ.Ε. της παρ. 1 του άρθρου 26 και της Π.Δ.Ε. ή για το αντικείμενο της Ε.Δ.Ε. που η διαταγή διενέργειάς της δεν συνιστά άσκηση πειθαρχικής δίωξης ή της Π.Δ.Ε. . Σε περίπτωση που προκύψει πειθαρχική ευθύνη, το πόρισμα περιλαμβάνει με σαφήνεια και ακρίβεια τα στοιχεία του πειθαρχικού παραπτώματος, τις διατάξεις που το προβλέπουν καθώς και τα στοιχεία του υπαιτίου. Η παράλειψη αναφοράς ενός ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω στοιχείων στο πόρισμα δεν επιφέρει ακυρότητα, εκτός αν από την παράλειψη προκλήθηκε βλάβη στον εγκαλούμενο. Το πόρισμα υπογράφεται από το συντάκτη, μονογράφεται κάθε σελίδα του και υποβάλλεται ιεραρχικά στον αρμόδιο να αποφασίσει. Άρθρο 30 : Ταξινόμηση και αρίθμηση των εγγράφων της διοικητικής εξέτασης. 1. Η πειθαρχική δικογραφία αποτελείται από τα έγγραφα, τα αποδεικτικά μέσα και το πόρισμα. Τα έγγραφα της δικογραφίας και το πόρισμα, ταξινομούνται κατ΄ αύξοντα αριθμό και καταχωρούνται σε πίνακα περιεχομένων εγγράφων με τη σειρά που αριθμήθηκαν, στον οποίογίνεται μνεία και των τυχόν πειστηρίων. Το πόρισμα λαμβάνει τον αριθμό (1) και ακολουθεί η ταξινόμηση και αρίθμηση των λοιπών εγγράφων με πρώτη τη διαταγή διενέργειας της διοικητικής εξέτασης και των επισυναπτομένων σ΄ αυτή εγγράφων. 2. Σε περίπτωση συμπλήρωσης της διοικητικής εξέτασης τα νέα έγγραφα της δικογραφίας ταξινομούνται και αριθμούνται, κατά τα ανωτέρω, με πρώτο το νέο πόρισμα και καταχωρούνται σε νέο πίνακα περιεχομένων. Η αρίθμηση των νέων εγγράφων συνεχίζεται από τον τελευταίο αριθμό της αρχικής αρίθμησης και γίνεται μνεία των τυχόν νέων πειστηρίων. Άρθρο 33 : Σύνταξη εκθέσεων-– Επιδόσεις εγγράφων της προδικασίας. 1. Οι διατάξεις του Κ. Ποιν. Δ., που αφορούν στα αποδεικτικά μέσα, την κλήτευση, τον όρκο, την εξέταση και τις συνέπειες της μη εμφάνισης των μαρτύρων, τον τρόπο εξέτασης του εγκαλουμένου, καθώς και τον τύπο των εκθέσεων εφαρμόζονται αναλόγως εφόσον τα θέματα αυτά δεν ρυθμίζονται από διατάξεις του παρόντος. Στη σύνταξη των εκθέσεων συμπράττει ως γραμματέας βαθμοφόρος ανακριτικός υπάλληλος. 2. Η μετά από παραγγελία ανακριτική πράξη διενεργείται από αξιωματικό ανώτερο ή αρχαιότερο του εγκαλουμένου. 3. Η επίδοση των εγγράφων της προδικασίας στον εγκαλούμενο, γίνεται από αυτόν που διενεργεί την εξέταση ή με μέριμνα του προϊσταμένου της Υπηρεσίας του εγκαλουμένου. Κατ΄ εξαίρεση η επίδοση γίνεται: α) Στον προϊστάμενο της τελευταίας Υπηρεσίας του αν αυτός απουσιάζει παράνομα. β) Στην κατοικία του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 155 του Κ. Ποιν. Δ., αν αυτός βρίσκεται σε κατάσταση διαθεσιμότητας ή ετήσιας άδειας λόγω νοσήματος ή αργίας ή έχει διαγραφεί από το Σώμα. γ) Στο σύζυγό του ή αν δεν υπάρχει σύζυγος, σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό και σε περίπτωση μη ανεύρεσης αυτών, στην αστυνομική αρχή της τελευταίας γνωστής διαμονής του, αν αυτός είναι αγνώστου διαμονής και δ) Στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο κατά τις διατάξεις του άρθρου 84 Κ. Ποιν. Δ. ή στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας στην οποία ανήκει οργανικά, αν δεν έχει διορισθεί αντίκλητος, όταν ο εγκαλούμενος είναι στην ενέργεια και διαμένει στο εξωτερικό. 4. Σε όλα τα στάδια της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται στον εγκαλούμενο να παρίσταται με συνήγορο. 5. Στις διοικητικές εξετάσεις, στις οποίες έχει ενσωματωθεί ποινική δικογραφία από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφάλειας ή άλλη ανακριτική αρχή, εξετάζονται συμπληρωματικά μόνο οι μάρτυρες που κρίνεται απολύτως αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού της πειθαρχικής δικογραφίας και ιδίως οι καταγγέλλοντες ή οι παθόντες.

              Σημειώσεις Κωλύεται να διενεργήσει διοικητική εξέταση όποιος: α) Είναι συγγενής εξ αίματος του εγκαλουμένου ή του εγκαλούντος κατ΄ ευθεία μεν γραμμή απεριόριστα, εκ πλαγίου δε μέχρι τετάρτου βαθμού και εξ αγχιστείας μέχρι τρίτου ή σύζυγος αυτών. Τα κωλύματα της συγγένειας από αγχιστεία και της συζυγικής σχέσης εξακολουθούν να υφίστανται και μετά τη λύση του γάμου. β) ΄Εχει ιδιαίτερη φιλία ή έχθρα με τον εγκαλούμενο ή τον εγκαλούντα ή συντρέχουν στο πρόσωπό του γεγονότα ικανά να δικαιολογήσουν εύλογη δυσπιστία για την αμεροληψία του. γ) Κατήγγειλε την πράξη για την οποία διατάχθηκε η εξέταση. δ) Φέρεται βάσει ενδείξεων, ότι έχει ευθύνη για την πράξη που αποτελεί αντικείμενο της εξέτασης. ε) ΄Εχει συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης και στ) ΄Εχει εξετασθεί ως μάρτυρας ή έχει γνωμοδοτήσει ως πραγματογνώμονας στην ίδια υπόθεση. Ο αξιωματικός στο πρόσωπο του οποίου υπάρχει κώλυμα υποχρεούται, μετά τη λήψη της διαταγής με την οποία του ανατέθηκε η διενέργεια της εξέτασης, να γνωστοποιήσει αμέσως το κώλυμα σ΄ αυτόν που τον όρισε, με αναφορά του στην οποία πρέπει να εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι του κωλύματός του και να επισυνάπτονται τα αναγκαία για την απόδειξή του στοιχεία. Η ίδια υποχρέωση υπάρχει και όταν το κώλυμα προκύψει κατά την διάρκεια της εξέτασης. Η από πρόθεση αποσιώπηση κωλύματος και η αναληθής επίκληση αυτού με σκοπό την αποφυγή της διενέργειας της εξέτασης, συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα, χωρίς να αποκλείεται και εφαρμογή του άρθρου 254 του Π.Κ. Σε περίπτωση που η διοικητική εξέταση στρέφεται κατά συγκεκριμένου αστυνομικού, η σχετική διαταγή κοινοποιείται σ΄ αυτόν ο οποίος, μέσα σε τρεις ημέρες από της κοινοποιήσεως δικαιούται, άπαξ με γραπτή αναφορά, να ζητήσει την εξαίρεση του αξιωματικού στον οποίο ανατέθηκε η εξέταση για κάποιο από τα αναφερόμενα κωλύματα, επισυνάπτοντας και τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία. Αν ο λόγος εξαίρεσης προκύψει κατά τη διάρκεια της εξέτασης, η αίτηση εξαίρεσης μπορεί να υποβληθεί μέχρι και της απολογίας του εγκαλουμένου. Σε περίπτωση που η διοικητική εξέταση διενεργείται από τον διατάξαντα, αυτή κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο προκειμένου να ασκήσει το αναφερόμενο στην προηγούμενη παράγραφο δικαίωμά του. Η επίκληση εν γνώσει αναληθούς λόγου εξαίρεσης συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της Ε.Δ.Ε. προκύψει ευθύνη σε βάρος αστυνομικού, κατά του οποίου δεν είχε αρχικά ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, κοινοποιείται και σ’ αυτόν η διενέργεια της Ε.Δ.Ε. . Αν η διοικητική εξέταση στρέφεται σε βάρος περισσοτέρων αστυνομικών, το κώλυμα που τυχόν συντρέχει στο πρόσωπο του ενεργούντος για έναν απ’ αυτούς λογίζεται ως κώλυμα και για τους λοιπούς εγκαλουμένους. Αρμόδιος να αποφασίσει για το κώλυμα ή την αίτηση εξαίρεσης είναι εκείνος που με διαταγή του οποίου ορίσθηκε ο ενεργών την εξέταση. Κατ΄ εξαίρεση, αν ο αξιωματικός που ενεργεί την εξέταση ορίσθηκε από τον Υπουργό και τον Υφυπουργό Εσωτερικών ή το Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης, αρμόδιος να αποφασίσει είναι ο Αρχηγός του Σώματος και στην περίπτωση που η εξέταση διενεργείται από εκείνον που τη διέταξε, αρμόδιος είναι ο αμέσως ιεραρχικά προϊστάμενος αυτού. Η δήλωση κωλύματος και η αίτηση εξαίρεσης αναστέλλουν τη διενέργεια της διοικητικής εξέτασης μέχρι να εκδοθεί σχετική απόφαση. Σε περίπτωση που αυτές απορριφθούν, συνεχίζεται η εξέταση από τον ίδιο αξιωματικό, διαφορετικά ορίζεται άλλος αξιωματικός για τη διενέργειά της, οι ανακριτικές όμως πράξεις που διενεργήθηκαν παραμένουν έγκυρες.

              Ναι Όχι


            • 3 Διαδικασία μετά την Ένορκη Διοικητική Εξέταση

              Αρμόδιος διεκπεραίωσης Αρμόδιος Υπάλληλος

              Τρόπος Υλοποίησης Υπογραφή

              Περιγραφή Μετά το πέρας της Ε.Δ.Ε., οι αρμόδιοι εντός τριών (3) μηνών από την περιέλευση της δικογραφίας στην υπηρεσία τους και κατ’ εξαίρεση στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 10 και του εδαφ. ια΄ της παρ. 1 του άρθρου 11 εντός σαράντα πέντε (45) ημερών, εκτιμώντας τα περιστατικά που βεβαιώθηκαν από την Ε.Δ.Ε. προβαίνουν στις ανάλογες ενέργειες αρμοδιότητάς τους, ήτοι : α) Παραπομπή τους εγκαλουμένου στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο με διαταγή τους, β) Επιβάλλουν με απόφασή τους οποιαδήποτε κατώτερη πειθαρχική ποινή και γ) Θέτουν την υπόθεση στο αρχείο επίσης με απόφασή τους. Στην περίπτωση που η Ε.Δ.Ε. αφορά τον Αρχηγό του Σώματος, ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, εκτιμώντας τα στοιχεία που προέκυψαν, θέτει την πειθαρχική δικογραφία στο αρχείο ή εισηγείται στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και ΄Αμυνας (ΚΥ.Σ.Ε.Α.), την αποστρατεία του.

              Σημειώσεις Οι τασσόμενες προθεσμίες είναι ενδεικτικές. Αρμόδιοι να αποφασίσουν για τις διοικητικές εξετάσεις. Αρμόδιοι να αποφασίσουν, για τις Ε.Δ.Ε. είναι: α) Ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, αν η Ε.Δ.Ε. αφορά Αντιστρατήγους ή διενεργήθηκε από τον Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης. β) Ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Τάξης, αν η Ε.Δ.Ε. διενεργήθηκε από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας. γ) Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, αν η Ε.Δ.Ε. αφορά Υποστρατήγους ή Ταξιάρχους ή αν διενεργήθηκε από τους Αντιστρατήγους ή τους Προϊστάμενους των Κλάδων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. δ) Ο Προϊστάμενος Επιτελείου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, αν διενεργήθηκε από τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές, τον Διευθυντή της Αστυνομικής Ακαδημίας, ή τον Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας Επισήμων και Ευπαθών Στόχων ή αν αφορούν αστυνομικούς μέχρι και τον βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή και διενεργήθηκε από αξιωματικούς των Διευθύνσεων των Κλάδων του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, των Αυτοτελών Κεντρικών Υπηρεσιών, των Τμημάτων Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης (Τ.Ε.Φ.Κ.Κ.), της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.), της Υπηρεσίας Παλλαϊκής Άμυνας / Πολιτικής Σχεδίασης Εκτάκτου Ανάγκης (Π.ΑΜ. / Π.Σ.Ε.Α), των ασφαλιστικών φορέων και των λοιπών Υπηρεσιών του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη ή άλλων Υπηρεσιών του Δημοσίου που στελεχώνονται με αστυνομικό προσωπικό. ε) Οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές, οι Γενικοί Περιφερειακοί Αστυνομικοί Διευθυντές, ο Διευθυντής της Αστυνομικής Ακαδημίας και ο Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας Επισήμων και Ευπαθών Στόχων, αν αφορούν αστυνομικούς μέχρι και τον βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή και διενεργήθηκαν από αξιωματικούς των Υπηρεσιών της δικαιοδοσίας τους. Για τις Π.Δ.Ε. και τις Ε.Δ.Ε. της παραγράφου 1 του άρθρου 27, αρμόδιοι να αποφασίσουν, είναι αυτοί που διέταξαν τη διενέργειά τους και αν τις διενήργησαν οι ίδιοι, ο άμεσα ιεραρχικά προϊστάμενός τους. Σε περίπτωση που η Ε.Δ.Ε. αφορά αστυνομικούς διαφόρων βαθμών για τους οποίους, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, είναι αρμόδια να αποφασίσουν διαφορετικά πειθαρχικά όργανα, αποφαίνεται για όλους το πειθαρχικό όργανο που είναι αρμόδιο για τον ανώτερο κατά βαθμό από αυτούς. Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας μπορεί για τις Ε.Δ.Ε. της παραγράφου 1 του άρθρου 26, εφόσον τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα έκριναν μη παραπεμπτέο τον εγκαλούμενο στο πειθαρχικό συμβούλιο και ή έθεσαν την υπόθεση στο αρχείο ή επέβαλαν κατώτερη πειθαρχική ποινή και δεν έχει παρέλθει τρίμηνο από τη λήψη της σχετικής απόφασης, να διατάσσει την υποβολή της σχετικής δικογραφίας στον ίδιο προκειμένου να κρίνει εξ’ υπαρχής την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση με την οποία τυχόν επιβλήθηκε κατώτερη πειθαρχική ποινή ή η πράξη με την οποία η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, είναι αυτοδικαίως άκυρες η δε τυχόν ασκηθείσα από τον εγκαλούμενο και μη εκδικασθείσα προσφυγή θεωρείται ως μη γενομένη. Οι αρμόδιοι ν΄ αποφασίσουν για τις διοικητικές εξετάσεις και οι ενδιάμεσα γνωματεύοντες επί των πορισμάτων αυτών, εφόσον επισημαίνουν συγκεκριμένες ελλείψεις, μπορούν να επιστρέφουν τη σχετική δικογραφία για συμπλήρωση. Δεν μεταβάλλεται η αποφασιστική αρμοδιότητα επί των Ε.Δ.Ε. του άρθρου 26 από τον βαθμό που αποκτά ο εγκαλούμενος συνεπεία της αποστρατείας του. Για τα πορίσματα των διοικητικών εξετάσεων γνωματεύουν τα ιεραρχικά προϊστάμενα όργανα αυτού που ενήργησε την εξέταση μέχρι του αρμόδιου να αποφασίσει. Η γνωμάτευση ενσωματώνεται στο πόρισμα και σε περίπτωση διαφωνίας αιτιολογείται. Ομοίως, η πράξη επί της διοικητικής εξέτασης ενσωματώνεται επί του πορίσματος και, σε περίπτωση διαφωνίας, πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς. Τα πορίσματα που συντάσσονται από τους Αντιστρατήγους, τους Προϊσταμένους των Γενικών Διεύθυνσεων, τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές και τους Διευθυντές των Αυτοτελών Κεντρικών Υπηρεσιών, δεν υπόκεινται σε γνωμάτευση. Στην περίπτωση που τη διοικητική εξέταση διενεργεί αξιωματικός ο οποίος υπηρετεί σε αυτοτελή Διεύθυνση του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, στην οποία προΐσταται πολιτικός υπάλληλος, για το πόρισμα γνωματεύει ο αρχαιότερος αξιωματικός που υπηρετεί στην υπηρεσία αυτή, άλλως το πόρισμα υποβάλλεται χωρίς γνωμάτευση στο αρμόδιο να αποφασίσει πειθαρχικό όργανο.

              Ναι Όχι


            • 4 Απόφαση αρχειοθετησης

              Αρμόδιος διεκπεραίωσης Αρμόδιος Υπάλληλος

              Τρόπος Υλοποίησης Υπογραφή

              Περιγραφή Αν, οι αρμόδιοι κρίνουν ότι δεν τελέσθηκε πειθαρχικό παράπτωμα θέτουν την υπόθεση στο αρχείο και αυτή ανασύρεται μόνο στην περίπτωση που προκύψουν νεότερα επιβαρυντικά στοιχεία, στα οποία περιλαμβάνονται η παραπομπή αστυνομικού στο ακροατήριο ποινικού δικαστηρίου και η έκδοση καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του.

              Ναι Ναι


            • 5 Απόφαση επιβολής κατώτερης πειθαρχικής ποινής

              Αρμόδιος διεκπεραίωσης Αρμόδιος Υπάλληλος

              Τρόπος Υλοποίησης Υπογραφή

              Περιγραφή Αν, οι αρμόδιοι κρίνουν ότι τελέσθηκε πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει κατώτερη πειθαρχική ποινή, επιβάλλουν με απόφασή τους την ποινή αυτή, χωρίς να απαιτείται νέα κλήση σε απολογία του εγκαλουμένου.

              Ναι Όχι


            • 6 Έλεγχος κατώτερων πειθαρχικών ποινών

              Αρμόδιος διεκπεραίωσης Αρμόδιος Υπάλληλος

              Τρόπος Υλοποίησης Έλεγχος

              Περιγραφή Οι αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων με τις οποίες επιβάλλονται κατώτερες πειθαρχικές ποινές, υποβάλλονται προς έλεγχο στα ιεραρχικώς προϊστάμενα όργανα, ως ακολούθως: α) Οι αποφάσεις, με τις οποίες επιβάλλονται κατώτερες πειθαρχικές ποινές σε ανθυπαστυνόμους, αρχιφύλακες και αστυφύλακες, ελέγχονται από το διευθυντή ή το διοικητή της Υπηρεσίας στην οποία υπάγεται αυτός που επέβαλε την ποινή, εκτός εάν η ποινή επιβλήθηκε από αυτούς, οπότε ελέγχονται από τον προϊστάμενο της αμέσως ιεραρχικά ανώτερης Υπηρεσίας. Κατ’ εξαίρεση, δεν ελέγχονται οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται οι ανωτέρω ποινές από αξιωματικούς με το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή και άνω, β) Οι αποφάσεις, με τις οποίες επιβάλλονται ποινές σε κατώτερους αξιωματικούς, ελέγχονται από το διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης Αστυνομίας ή εξομοιούμενης μ’ αυτήν Υπηρεσίας, εκτός εάν η ποινή επιβλήθηκε από αυτούς, οπότε ελέγχονται από τον προϊστάμενο της αμέσως ιεραρχικά ανώτερης Υπηρεσίας. Κατ’ εξαίρεση δεν ελέγχονται οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται οι ανωτέρω ποινές από αξιωματικούς με βαθμό Ταξιάρχου και άνω, γ) Οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται ποινές σε ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς, ελέγχονται ως εξής: (1) Από τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές ή από τους Διευθυντές ισότιμων Υπηρεσιών, αν αφορούν Αστυνομικούς Υποδιευθυντές και Αστυνόμους Α΄ και επιβλήθηκαν από αξιωματικούς που υπηρετούν σε υπηρεσίες της δικαιοδοσίας τους, (2) Από τον Υπαρχηγό της Αστυνομίας, αν αφορούν Αστυνομικούς Υποδιευθυντές και Αστυνόμους Α΄ και επιβλήθηκαν από αξιωματικούς του Αρχηγείου, των αυτοτελών κεντρικών υπηρεσιών, των ασφαλιστικών φορέων του αστυνομικού προσωπικού και τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές ή Διευθυντές ισότιμων Υπηρεσιών και (3) Από τον Αρχηγό της Αστυνομίας αν αφορούν ανώτατους αξιωματικούς ή Αστυνομικούς Διευθυντές. Οι αποφάσεις, που επιβάλλουν κατώτερες πειθαρχικές ποινές στο αστυνομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Υπουργείο Εσωτερικών, και σε άλλες υπηρεσίες εκτός της Ελληνικής Αστυνομίας, ελέγχονται από τον Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Διαχείρισης Ανθρωπίνου Δυναμικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας. 3. Αν εκείνος που επέβαλλε την ποινή υπηρετεί σε Υπηρεσία της οποίας προΐσταται πολιτικός υπάλληλος, ο έλεγχος διενεργείται από τον αρχαιότερο αξιωματικό της Υπηρεσίας αυτής, εκτός εάν την ποινή επέβαλε ο ίδιος, οπότε ενεργείται από τον προϊστάμενο αξιωματικό της αμέσως ιεραρχικά ανώτερης Υπηρεσίας. 4. Δεν υπόκεινται σε έλεγχο οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται κατώτερες πειθαρχικές ποινές από τον Υπουργό και τον Υφυπουργό Εσωτερικών, το Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης, τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας και τους Αντιστρατήγους, όταν από τους τελευταίους επιβάλλονται στο αστυνομικό προσωπικό μέχρι το βαθμό του Αστυνομικού Υποδιευθυντή. 5. Στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται οι ανωτέρω ποινές υποβάλλονται για έλεγχο, οι προϊστάμενοι των τυχόν ενδιαμέσων υπηρεσιακών κλιμακίων διατυπώνουν τη γνώμη τους σε σχέση με την επιβληθείσα ποινή, χωρίς να μεταβάλλουν το αιτιολογικό ή το νομικό χαρακτηρισμό του παραπτώματος. Σε περίπτωση διαφωνίας η γνώμη αυτή πρέπει να είναι αιτιολογημένη. 6. Τα αρμόδια για τον έλεγχο της ποινής όργανα: α) Εξετάζουν αν για την επιβολή της ποινής τηρήθηκαν οι σχετικές διατάξεις του παρόντος και αν η επιβληθείσα ποινή αιτιολογείται επαρκώς, δικαιούμενοι να ενεργήσουν ή να διατάξουν την ενέργεια σχετικής έρευνας για την εξακρίβωση περιστατικού προς διαμόρφωση πληρέστερης γνώμης ή την ενέργεια Ε.Δ.Ε. αν κρίνουν ότι το πειθαρχικό παράπτωμα επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή, β) Επικυρώνουν με απόφασή τους την επιβληθείσα ποινή αν συμφωνούν με το είδος, το ύψος και το αιτιολογικό της και γ) Επαυξάνουν, μειώνουν ή αίρουν την επιβληθείσα ποινή ή τροποποιούν το αιτιολογικό της απόφασης ή το νομικό χαρακτηρισμό του παραπτώματος με αιτιολογημένη απόφασή τους σε περίπτωση διαφωνίας. Σε περίπτωση που ο πειθαρχικός φάκελος χρήζει συμπλήρωσης, παραγγέλλεται η συμπλήρωσή του προς πληρέστερη διερεύνηση της υπόθεσης. 7. Στις περιπτώσεις των εδαφίων β΄ και γ΄ της προ προηγουμένης παραγράφου, η σχετική απόφαση και η αιτιολογία της συντάσσονται επί του πίνακα επιβολής της ποινής. 8. Η μετά από έλεγχο απόφαση, με την οποία επικυρώνεται, επαυξάνεται ή μειώνεται η πειθαρχική ποινή, επιδίδεται στον εγκαλούμενο και συντάσσεται σχετικό αποδεικτικό.

              Ναι Όχι


            • 7 Άρση επιβληθείσας κατώτερης πειθαρχικής ποινής

              Αρμόδιος διεκπεραίωσης Αρμόδιος Υπάλληλος

              Τρόπος Υλοποίησης Έλεγχος

              Περιγραφή Τα αρμόδια για τον έλεγχο της ποινής όργανα εξετάζουν αν για την επιβολή της ποινής τηρήθηκαν οι σχετικές διατάξεις του παρόντος και αν η επιβληθείσα ποινή αιτιολογείται επαρκώς, και αίρουν την επιβληθείσα ποινή ή τροποποιούν το αιτιολογικό της απόφασης ή το νομικό χαρακτηρισμό του παραπτώματος με αιτιολογημένη απόφασή τους σε περίπτωση διαφωνίας.

              Σημειώσεις Σε περίπτωση που ο πειθαρχικός φάκελος χρήζει συμπλήρωσης, παραγγέλλεται η συμπλήρωσή του προς πληρέστερη διερεύνηση της υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση η σχετική απόφαση και η αιτιολογία της συντάσσονται επί του πίνακα επιβολής της ποινής. Μετά από τον έλεγχο η απόφαση, με την οποία αίρεται η πειθαρχική ποινή, επιδίδεται στον εγκαλούμενο και συντάσσεται σχετικό αποδεικτικό.

              Ναι Ναι


            • 8 Επικύρωση-μείωση-επαύξηση επιβληθείσας κατώτερης πειθαρχικής ποινής

              Αρμόδιος διεκπεραίωσης Αρμόδιος Υπάλληλος

              Τρόπος Υλοποίησης Έλεγχος

              Περιγραφή Τα αρμόδια για τον έλεγχο της ποινής όργανα εξετάζουν αν για την επιβολή της ποινής τηρήθηκαν οι σχετικές διατάξεις του παρόντος και αν η επιβληθείσα ποινή αιτιολογείται επαρκώς και ακολούθως επικυρώνουν με απόφασή τους την επιβληθείσα ποινή αν συμφωνούν με το είδος, το ύψος και το αιτιολογικό της έχοντας το δικαίωμα να επαυξήσουν ή να μειώσουν την επιβληθείσα ποινή ή να τροποποιήσουν το αιτιολογικό της απόφασης ή το νομικό χαρακτηρισμό του παραπτώματος με αιτιολογημένη απόφασή τους σε περίπτωση διαφωνίας.

              Σημειώσεις Σε περίπτωση που ο πειθαρχικός φάκελος χρήζει συμπλήρωσης, παραγγέλλεται η συμπλήρωσή του προς πληρέστερη διερεύνηση της υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση η σχετική απόφαση και η αιτιολογία της συντάσσονται επί του πίνακα επιβολής της ποινής. Η μετά από έλεγχο απόφαση, με την οποία επικυρώνεται, επαυξάνεται ή μειώνεται η πειθαρχική ποινή, επιδίδεται στον εγκαλούμενο και συντάσσεται σχετικό αποδεικτικό.

              Ναι Όχι


            • 9 Τυχόν προσφυγή κατά αποφάσεων επιβολή κατώτερης πειθαρχικής ποινής

              Αρμόδιος διεκπεραίωσης Αρμόδιος Υπάλληλος

              Τρόπος Υλοποίησης Υπογραφή

              Περιγραφή Ο εγκαλούμενος, ο οποίος τιμωρήθηκε με κατώτερη πειθαρχική ποινή, δικαιούται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα πέντε (15) ημερών από την επίδοση σ’ αυτόν απόφασης, να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των αρμοδίων πειθαρχικών οργάνων.

              Σημειώσεις Δεν υπόκεινται σε προσφυγή οι αποφάσεις του Υπουργού, του Υφυπουργού Εσωτερικών και του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Τάξης, με τις οποίες επιβάλλονται κατώτερες πειθαρχικές ποινές. Η προσφυγή υποβάλλεται εγγράφως στην υπηρεσία που υπηρετεί ο προσφεύγων, περιορίζεται μόνο στα απαραίτητα για την υπεράσπιση αυτού ζητήματα και διαβιβάζεται ιεραρχικά στο κατά τις διατάξεις του επομένου άρθρου αρμόδιο πειθαρχικό όργανο για την εκδίκασή της. Οι περιεχόμενες στην προσφυγή προσβλητικές εκφράσεις, κρίσεις ή σχόλια σε βάρος αστυνομικών ή της Υπηρεσίας, μη αναγκαίες για την υπεράσπιση του προσφεύγοντος, αποτελούν πειθαρχικό παράπτωμα, Ο προσφεύγων δικαιούται να συνυποβάλλει με την προσφυγή μόνο νέα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία. Οι αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων που επιβάλλουν πειθαρχική ποινή σε πρώτο βαθμό, καθίστανται τελεσίδικες, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης προσφυγής.

              Ναι Όχι


            • 10 Εκδίκαση τυχόν προσφυγή κατά αποφάσεων επιβολής κατώτερων ποινών

              Αρμόδιος διεκπεραίωσης Αρμόδιος Υπάλληλος

              Τρόπος Υλοποίησης Υπογραφή

              Περιγραφή Αρμόδιοι για την εκδίκαση των προσφυγών είναι: α) Ο Υφυπουργός Εσωτερικών, για τις ποινές που επέβαλε ή επικύρωσε ο Αρχηγός της Αστυνομίας, β) Ο Αρχηγός της Αστυνομίας για τις ποινές που επέβαλε ή επικύρωσε ο Υπαρχηγός, γ) Ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας για τις ποινές που επέβαλαν ή επικύρωσαν οι Διευθυντές των Υπηρεσιών που εποπτεύονται από αυτόν, ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφάλειας, ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας, οι Διευθυντές των Αυτοτελών Κεντρικών Υπηρεσιών και λοιπών Υπηρεσιών που δεν εποπτεύονται από τον Προϊστάμενο του Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και τους Γενικούς Επιθεωρητές Αστυνομίας Βορείου και Νοτίου Ελλάδος, καθώς και για τις ποινές που επέβαλαν ή επικύρωσαν ο Προϊστάμενος του Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και οι Γενικοί Επιθεωρητές Αστυνομίας Βορείου και Νοτίου Ελλάδος. δ) Ο Προϊστάμενος Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας για τις ποινές που επικύρωσαν οι Προϊστάμενοι των Κλάδων και οι Διευθυντές των Υπηρεσιών που εποπτεύονται απ’ αυτόν, ε) Οι Γενικοί Επιθεωρητές Αστυνομίας για τις ποινές που επικύρωσαν οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές και οι Διευθυντές των Υπηρεσιών που εποπτεύονται απ’ αυτούς, στ) Οι Διευθυντές των Γενικών Διεύθυνσεων του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές, ο Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Ασφαλείας Επισήμων και ο Διευθυντής της Αστυνομικής Ακαδημίας για τις ποινές που επικύρωσαν οι Διευθυντές των Υπηρεσιών που υπάγονται σ’ αυτούς ή εποπτεύονται απ’ αυτούς και ζ) Οι Διευθυντές Αστυνομικών Διευθύνσεων και εξομοιουμένων μ’ αυτές Υπηρεσιών, για τις ποινές που επικύρωσαν οι υφιστάμενοί τους, οι οποίοι υπηρετούν σε υπηρεσίες της δικαιοδοσίας τους. Οι αρμόδιοι για την εκδίκαση της προσφυγής εξετάζουν εξ υπαρχής την υπόθεση, χωρίς να μπορούν να καταστήσουν δυσμενέστερη τη θέση του προσφεύγοντος. Η απόφασή τους επιδίδεται στον προσφεύγοντα και συντάσσεται σχετικό αποδεικτικό. Κατά την εκδίκαση των προσφυγών δεν είναι υποχρεωτική η εξέταση μαρτύρων και η παρουσία του προσφεύγοντος.

              Ναι Ναι


            • 11 Διαταγή για παραπομπή υπόθεσης στα Πειθαρχικά Συμβούλια

              Αρμόδιος διεκπεραίωσης Αρμόδιος Υπάλληλος

              Τρόπος Υλοποίησης Υπογραφή

              Περιγραφή Αν, οι αρμόδιοι αν κρίνουν ότι τελέσθηκε πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή, παραπέμπουν τον εγκαλούμενο στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο με σχετική διαταγή που περιλαμβάνει: (1) τα στοιχεία του εγκαλουμένου (βαθμός, αριθμός μητρώου, επώνυμο, όνομα και πατρώνυμο). (2) πλήρη και ακριβή προσδιορισμό της πράξης που στοιχειοθετεί το αποδιδόμενο στον αστυνομικό πειθαρχικό παράπτωμα και τα τυχόν ειδικά περιστατικά ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκε. (3) τις διατάξεις που προβλέπουν το πειθαρχικό παράπτωμα. (4) τον τόπο και χρόνο τέλεσης της πράξης και (5) το σχετικό ερώτημα επί του οποίου καλείται να αποφανθεί το συμβούλιο.

              Σημειώσεις Η διαταγή παραπομπής ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου δεν ανακαλείται. Σε περίπτωση όμως που διαπιστωθούν σοβαρές ελλείψεις σε αυτή, το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο, με αιτιολογημένη απόφασή του, δύναται να την ακυρώνει και να επιστρέφει την Ε.Δ.Ε. για εκ νέου εκδίκαση. Αντίγραφο της διαταγής παραπομπής με την πειθαρχική δικογραφία, το ατομικό βιβλιάριο του εγκαλουμένου και κάθε άλλο στοιχείο που σχετίζεται με την υπόθεση διαβιβάζονται στον πρόεδρο του αρμοδίου πειθαρχικού συμβουλίου.

              Ναι Όχι


            • Τα cookies μας βοηθούν να παρέχουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας, συμφωνείτε στην χρήση των cookies από εμάς.